Meaning of αρμοκόπτης | Babel Free
Ορισμοί
εργαλείο ή μηχάνημα που σχίζει επιφανειακά σκληρά υλικά, όπως σκυρόδεμα ή άσφαλτο, προκειμένου να δημιουργήσει γραμμικούς αρμούς για τεχνικούς ή δομικούς σκοπούς
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.