HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρμενόφωνος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/aɾ.meˈno.fo.nos/

Ορισμοί

που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αρμενικά

Παραδείγματα

“※ Στην ουσιαστική διαφορά κοινωνικό-οικονομικού επιπέδου μεταξύ αστικών κέντρων και επαρχίας προστίθεται και η ουσιαστικότερη διαφορά της γλώσσας που παρατηρείται σε διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας. Η γλωσσική ιδιαιτερότητα που παρατηρείται τόσο στις ευρωπαϊκές (σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι κ.τ.λ.) όσο και στις ασιατικές περιοχές (αρμενόφωνοι, τουρκόφωνοι κ.τ.λ.) συνιστούν μια Βαβυλωνία πολυπλοκότερη από αυτήν που σατίρισε ο Δημήτριος Βυζάντιος στο ομότιτλο έργο του, το όποιο όμως αναφερόταν στον περιορισμένο χώρο του ελληνικού βασιλείου.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρμενόφωνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course