HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αριστοκρατικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2
/a.ɾi.sto.kɾa.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με την αριστοκρατία ή τον αριστοκράτη
  2. οπαδός του αριστοκρατικού κόμματος ή πολιτεύματος
  3. προερχόμενος, απευθυνόμενος ή χαρακτηριστικός μιας περιορισμένης μειοψηφίας

Ισοδύναμα

English noble

Παραδείγματα

“Είναι αριστοκρατική οικογένεια, με μεγάλη παράδοση.”
“※ Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)”
“※ Ήταν μια πιο γλυκιά, πολύ ευγενική, πολύ αριστοκρατική φυσιογνωμία. Ψηλός, πολύ λεπτός, κλασάτος. Από τους αστούς άλλων εποχών. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“≈ συνώνυμα: ευγενής, ευγενικός”
“Οι αριστοκρατικοί της αρχαίας Aθήνας.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αριστοκρατικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course