Meaning of αρθροπλαστική | Babel Free
Ορισμοί
χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αντικαθίσταται κάποια άρθρωση ενός σώματος (ή τμήματά της) από πλαστικά ή μεταλλικά εμφυτεύματα
Ισοδύναμα
English
arthroplasty
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.