Meaning of αρευστοποίητος | Babel Free
Ορισμοί
-
που δε ρευστοποιήθηκε ή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί literally
- ((μεταφορικά) για περιουσιακά στοιχεία) που δε μετατράπηκαν σε χρήμα / ρευστό ή που δεν επιδέχονται τέτοια μετατροπή
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.