HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρδευτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο κατάλληλος για άρδευση
  2. αυτός που χρησιμοποιείται για άρδευση

Παραδείγματα

“※ Μπροστά από το σπίτι που στεγαστήκαμε περνάει πέρναγε ένα μεγάλο αρδευτικό αυλάκι. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρδευτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course