HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρβανίτικος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται στους Αλβανούς ή σχετίζεται με αυτούς
    dated, vulgar
  2. που αναφέρεται στους Αρβανίτες (κατοίκους της Ελλάδας) ή σχετίζεται με αυτούς
    especially

Παραδείγματα

“※ Η φωνή του κ. Παραδείση έσκισε απότομα τη σιγαλιά του αρβανίτικου χωριού. […] Είταν ένα χωριό μουσουλμανικό που τό 'λεγαν Βρανέστι, λίγες ώρες πριν από το Πόγραδετς”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρβανίτικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course