HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αραδωτός | Babel Free

Adjective CEFR B2
/a.ɾa.ðoˈtos/

Ορισμοί

  1. που διαθέτει αράδες, ο γραμμωτός
  2. που δεν είναι αραδωτός, που δεν έχει γραμμές ή ρίγες

Παραδείγματα

“※ Εργαζότανε ντυμένος με καλοβουρτσισμένο μαύρο κοστούμι, έβγαζε μονάχα το σακάκι του κι έβαζε μια μακριά αραδωτή ποδιά, που τον σκέπαζε ολόκληρο από μπροστά.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αραδωτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course