Meaning of απόστολος | Babel Free
/aˈpo.sto.los/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- μαθητής του Χριστού (καθένας από τους δώδεκα)
-
άνθρωπος που προσπαθεί με ζήλο και αφοσίωση να διαδώσει μια ιδεολογία, ιδέα, πολιτική θέση κ.λπ. figuratively
-
βιβλίο που περιέχει τα κείμενα Πράξεις των Αποστόλων καθώς και τις Αποστολικές επιστολές ή αποσπάσματά τους broadly
-
το απόσπασμα από το παραπάνω βιβλίο που διαβάζεται στη Θεία Λειτουργία πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου broadly
- ανδρικό όνομα (θηλυκό Αποστολία)
Ισοδύναμα
English
Apostle
Παραδείγματα
“ο Απόστολος Παύλος (Paul the Apostle)”
“Ο Απόστολος Ματθαίος”
Matthew the Apostle
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.