απόστολος
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- μαθητής του Χριστού (καθένας από τους δώδεκα)
-
άνθρωπος που προσπαθεί με ζήλο και αφοσίωση να διαδώσει μια ιδεολογία, ιδέα, πολιτική θέση κ.λπ. figuratively
-
βιβλίο που περιέχει τα κείμενα Πράξεις των Αποστόλων καθώς και τις Αποστολικές επιστολές ή αποσπάσματά τους broadly
-
το απόσπασμα από το παραπάνω βιβλίο που διαβάζεται στη Θεία Λειτουργία πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου broadly
- ανδρικό όνομα (θηλυκό Αποστολία)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ο Απόστολος Παύλος (Paul the Apostle)”
“Ο Απόστολος Ματθαίος”
Matthew the Apostle
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free