Meaning of απρόσωπος | Babel Free
/aˈpɾo.so.pos/Ορισμοί
- που αναφέρεται σε κάτι υλικό ή πνευματικό το οποίο δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
- που δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμμένο άτομο
- που δεν έχει ξεχωριστό τύπο για τα διάφορα πρόσωπα
Ισοδύναμα
English
impersonal
Παραδείγματα
“είναι απρόσωποι γραφειοκράτες”
they are faceless bureaucrats
“απρόσωπο ρήμα”
impersonal verb
“το απαρέμφατο είναι απρόσωπη έγκλιση”
“απρόσωπα είναι ρήματα στο τρίτο ενικό πρόσωπο που δεν έχουν υποκείμενο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.