Meaning of αποχλωριωμένος | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός/αυτή/αυτό που έχει υποστεί αποχλωρίωση
- : αυτός/αυτή/αυτό που από το μόριό του έχουν αφαιρεθεί άτομα χλωρίου ή χλωριούχων αλάτων μετά από σχετική χημική αντίδραση
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.