Meaning of αποφορτώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
αφαιρώ από κάποιον ή κάτι το φορτίο που φέρει, ώστε να πάψει να το σηκώνει ή να το φέρει general
-
ολοκληρώνω τη διαδικασία φόρτωσης dated
-
απαλλάσσω κάποιον από βάρος ή πίεση που του προκαλεί κόπωση ή άγχος broadly, figuratively
-
μειώνω το λειτουργικό βάρος ενός συστήματος ή εξαρτήματος (π.χ. του επεξεργαστή ή της μνήμης), μεταφέροντας μέρος της επεξεργασίας ή των δεδομένων αλλού neologism
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.