HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποφορτώνω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. αφαιρώ από κάποιον ή κάτι το φορτίο που φέρει, ώστε να πάψει να το σηκώνει ή να το φέρει
    general
  2. ολοκληρώνω τη διαδικασία φόρτωσης
    dated
  3. απαλλάσσω κάποιον από βάρος ή πίεση που του προκαλεί κόπωση ή άγχος
    broadly, figuratively
  4. μειώνω το λειτουργικό βάρος ενός συστήματος ή εξαρτήματος (π.χ. του επεξεργαστή ή της μνήμης), μεταφέροντας μέρος της επεξεργασίας ή των δεδομένων αλλού
    neologism

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποφορτώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course