Meaning of αποφλοιωτής | Babel Free
/a.po.fli.oˈtis/Ορισμοί
- ειδικό εργαλείο ή συσκευή για αποφλοίωση, που αποφλοιώνει, έχει τη δυνατότητα να διαχωρίσει τη φλούδα σε φρούτα και λαχανικά, το φλοιό σε κορμούς δέντρων κ.λπ.
- εργάτης που ασχολείται με την αποφλοίωση
Παραδείγματα
“Αποφλοιωτής αμυγδάλων/λαχανικών.”
“Αποφλοιωτής κορμών δέντρων.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.