Σημασία του αποφεύγομε | Babel Free
a.poˈfev.ɣo.meΟρισμοί
first-person plural present active indicative of αποφεύγω (apofévgo)
active, first-person, form-of, formal, indicative, plural, present
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.