Meaning of αποφευκτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αφορά άτομο που τείνει να αποσύρεται κοινωνικά και να αποφεύγει στενές σχέσεις, κυρίως από φόβο κριτικής ή απόρριψης
-
που αποσκοπεί στην αποτροπή ενός ενδεχόμενου κινδύνου ή πράξης, λειτουργώντας προληπτικά ή αποτρεπτικά rare
Ισοδύναμα
English
avoidant
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.