HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποφευκτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αφορά άτομο που τείνει να αποσύρεται κοινωνικά και να αποφεύγει στενές σχέσεις, κυρίως από φόβο κριτικής ή απόρριψης
  2. που αποσκοπεί στην αποτροπή ενός ενδεχόμενου κινδύνου ή πράξης, λειτουργώντας προληπτικά ή αποτρεπτικά
    rare

Ισοδύναμα

English avoidant

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποφευκτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course