Meaning of απουσιασμός | Babel Free
Ορισμοί
το να απουσιάζει κάποιος συστηματικά από κάπου, π.χ. από την εργασία
neologism, rare
Ισοδύναμα
English
absenteeism
Παραδείγματα
“Ο απουσιασμός των μισθωτών: η περίπτωση του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα. (Τίτλος Διδακτορικής διατριβής)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.