Σημασία του αποτρελάθηκα | Babel Free
Ορισμοί
first-person singular simple past passive of αποτρελαίνομαι (apotrelaínomai), the passive of αποτρελαίνω (apotrelaíno)
first-person, form-of, passive, past, singular
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.