Σημασία του αποτραπήκανε | Babel Free
a.po.tɾaˈpi.ka.neΟρισμοί
colloquial variation of αποτραπήκαν (apotrapíkan), third-person plural simple past of αποτρέπω (apotrépo)
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.