Meaning of αποσυνάγωγος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει διωχθεί από την εβραϊκή συναγωγή λόγω κάποιου παραπτώματος
-
απόβλητος, αποδιωγμένος, απόκληρος, εξοστρακισμένος broadly
-
μονήρης, μονόχνωτος, αντικοινωνικός, μισάνθρωπος broadly
Παραδείγματα
“Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ένας έλληνας μποέμ. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.