HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποσυνάγωγος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει διωχθεί από την εβραϊκή συναγωγή λόγω κάποιου παραπτώματος
  2. απόβλητος, αποδιωγμένος, απόκληρος, εξοστρακισμένος
    broadly
  3. μονήρης, μονόχνωτος, αντικοινωνικός, μισάνθρωπος
    broadly

Παραδείγματα

“Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ένας έλληνας μποέμ. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποσυνάγωγος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course