Meaning of αποστροφή | Babel Free
/a.po.stɾoˈfi/Ορισμοί
- έντονο αρνητικό συναίσθημα για κάτι ή κάποιον που σε κάνει να στρέφεσαι προς την άλλη μεριά
- το να απευθύνεται ο ομιλητής διακόπτοντας τον λόγο του σε κάποιο πρόσωπο ή σε αφηρημένη έννοια
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Σε μια αποστροφή του λόγου του, αναφέρθηκε στον αείμνηστο ...”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.