Meaning of αποσκληρυντικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με την αποσκλήρυνση (του νερού), αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
- αποσκληρυντικά
- αποσκληρυντικό
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.