Meaning of αποσβολωθείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
- θα αποσβολωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποσβολώνομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.