HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποσβεσθείς | Babel Free

Verb CEFR C1
/a.po.zveˈsθis/

Ορισμοί

  1. μετοχή παθητικού αορίστου (αποσβέστηκα) του ρήματος αποσβένω
    formal
  2. που του έχει γίνει απόσβεση
    formal
  3. β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (αποσβεσθώ) παθητικής φωνής του αποσβένω
  4. που έχει σβήσει, έχει σβηστεί
    archaic

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: αποσβεστείς (λιγότερο λόγιο)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποσβεσθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course