Meaning of αποσβεσθείς | Babel Free
/a.po.zveˈsθis/Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου (αποσβέστηκα) του ρήματος αποσβένω formal
-
που του έχει γίνει απόσβεση formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (αποσβεσθώ) παθητικής φωνής του αποσβένω
-
που έχει σβήσει, έχει σβηστεί archaic
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: αποσβεστείς (λιγότερο λόγιο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.