Meaning of αποσβεννύω | Babel Free
Ορισμοί
- σβήνω
- εξαλείφω, διαγράφω
- εξοφλώ
Παραδείγματα
“μια ενοχή (δηλαδή μια σχέση δύο αντισυμβαλλόμενων όσον αφορά την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών) μεταξύ ενός δανειστή και ενός οφειλέτη αποσβέννυται με δόση αντικαταβολής, με κατάθεση του οφειλόμενου ποσού, με την ανανέωση της δανειακής σύμβασης (απόσβεση παλαιάς και σύναψη νέας ενοχής), άφεση χρέους ακόμα και όταν υπάρξει σύγχηση (δηλαδή δανειστής και οφειλέτης ενωθούν σε ένα νομικό πρόσωπο)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.