HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποσαφηνιζομένων | Babel Free

Verb masculine CEFR C2

Ορισμοί

  1. γενική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενος
    genitive, plural
  2. γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσαφηνιζόμενος
    genitive, masculine, plural
  3. γενική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενη και αποσαφηνιζομένη
    genitive, plural
  4. γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αποσαφηνιζόμενος
    feminine, genitive, plural
  5. γενική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενο
    genitive, plural
  6. γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποσαφηνιζόμενος
    genitive, neuter, plural

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποσαφηνιζομένων used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course