Meaning of αποπνιγμός | Babel Free
/a.po.pniɣˈmos/Ορισμοί
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπνίγω
figuratively, literally, rare
Παραδείγματα
“※ Ὅταν οἱ κώνωπες βομβοῦσι καὶ τὰ ἐδώδιμα τῆς ἀγορᾶς ἀρχίζουν νὰ σήπωνται, ἐξατμίζωνται δὲ αἱ ὑπόνομοι καὶ οἱ ἐγκέφαλοι τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἀφεύκτως τότε θέλομεν ἔχει ζέστην καὶ ἀποπνιγμοὺς ἐξ ἀσφυξίας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.