Meaning of αποπνεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπνέω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
- θα αποπνεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποπνέω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.