HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποπαιδιάζω | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. σταματώ να κάνω παιδιά, παύω να γεννώ
  2. σταμαματώ να έχω τη φροντίδα των παιδιών μου, όταν μεγάλωσαν πια
  3. σταματώ να φροντίζω κάποιο έργο μου, επειδή δε χρειάζεται πιά, προχωρά χωρίς τη φροντίδα μου
  4. : αποκληρώνω

Παραδείγματα

“※ «Συναντώ συνεχώς νέες γυναίκες, που όταν πάνε για δουλειά τις ρωτούν στις συνεντεύξεις αν πρόκειται να παντρευτούν και αν πρόκειται να αποκτήσουν παιδιά», σημείωσε χαρακτηριστικά η πρόεδρος της Σοροπτιμιστικής Ένωσης Ελλάδος. «Είναι σημάδι ότι η γυναίκα που θα ζητήσει δουλειά», επισήμανε με νόημα, «ή πρέπει πλέον να έχει αποπαιδιάσει, που σημαίνει ότι δε θα χρειάζεται άδειες κύησης και άδειες λοχείας, ή πρέπει να παραείναι νέα...» (Όταν το «θαύμα της ζωής» γίνεται εμπόδιο στην εύρεση εργασίας, Παρατηρητής της Θράκης, paratiritis-news.gr, 05/04/2016 https://www.paratiritis-news.gr/news/otan-to-thavma-tis-zois-ginetai-ebodio-stin-evresi-ergasias/”
“※ Είχαμε αποπαιδιάσει πια, πήρα την Άσπα και πήγαμε (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 45)”
“※ Τώρα που το “Πορτοκάλι” που φτιάξαμε με την Βιολέτα, πήρε τον δρόμο του προς το κοινό – αποπαιδιάσαμε που λένε δηλαδή, ήρθε ο καιρός για νέα .. (Ο Νίκος Ξύδης μοιράζεται πέντε αλήθειες και .., tetragwno.gr, 21/2/2022)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποπαιδιάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course