Meaning of απομονώσει | Babel Free
/a.po.moˈno.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομονώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
- θα απομονώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απομονώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.