HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απολυτήριος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.po.liˈti.ɾi.os/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την ολοκλήρωση των σπουδών μιας σχολικής βαθμίδας, αναφέρεται σ’ αυτή ή αποσκοπεί σ’ αυτή
  2. απολυτήριο
  3. το σχετικό πιστοποιητικό που πιστοποιεί την επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών μιας σχολικής βαθμίδας
  4. πιστοποιητικό ολοκλήρωσης της στρατιωτικής θητείας και απόλυσης απ’ τις στρατιωτικές υποχρεώσεις

Παραδείγματα

“απολυτήριες εξετάσεις”

finals; final exams

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απολυτήριος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course