Meaning of απολογητικός | Babel Free
/apoloʝitiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την απολογία, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που έχει σχέση με την απολογητική ή αναφέρεται σ’ αυτή
Ισοδύναμα
English
Apologetic
Παραδείγματα
“Μου ζήτησε συγγνώμη με απολογητικό ύφος και κατεβασμένο το κεφάλι.”
He asked for forgiveness in an apologetic manner and (with) his head dropped.
“απολογητικό υπόμνημα”
defence statement
“απολογητική επιστολή”
defence letter
“απολογητικά έργα”
apologetic works
“see απολογητική (feminine noun)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.