Meaning of απολεξικοποιημένο ρήμα | Babel Free
/a.po.le.ksi.ko.pi.iˈme.no ˈɾi.ma/Ορισμοί
ρήμα που συντάσσεται συνήθως με ουσιαστικό που φέρει την κυρία σημασία
Ισοδύναμα
English
light verb
Παραδείγματα
“Στα ελληνικά: βγάζω φωνή (φωνάζω), βλέπω όνειρο (ονειρεύομαι), παίρνω απόφαση (αποφασίζω), δίνω εξέταση (εξετάζομαι), κάνω γυμναστική (γυμνάζομαι), έχω τη συνήθεια (συνηθίζω), νιώθω ντροπή (ντρέπομαι), βάζω φωτιά (ανάβω)”
“Στα γαλλικά: prendre une douche/un bain (κάνω ντουζ/μπάνιο, κυριολ: παίρνω ένα ντουζ/ένα μπάνιο), prendre le petit déjeuner (τρώω πρωινό, κυριολ: παίρνω το πρωινό), voir/avoir un rêve (ονειρεύομαι, κυριολ: βλέπω/έχω ένα όνειρο)”
“Στα σλοβακικά: robiť hluk (θορυβώ, κυριολ: κάνω θόρυβο), urobiť chybu (λαθεύω, κυριολ: κάνω λάθος), urobiť miesto (ανοίγω χώρο, κυριολ: κάνω χώρο) dať gól (βάζω γκολ, κυριολ: δίνω γκολ), dať pokyn (καθοδηγώ, κυριολ: δίνω οδηγίες) mať závrat (ζαλίζομαι, κυριολ: έχω ζάλη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.