Meaning of απολίνωση | Babel Free
/a.poˈli.no.si/Ορισμοί
το δέσιμο ενός μέρους του σώματος, όπως αιμοφόρου αγγείου, φυσικού αγωγού, φλέβας, προκειμένου να σταματήσει η ροή του αίματος.
Ισοδύναμα
English
Ligation
Παραδείγματα
“μετά τη χειρουργική επέμβαση γίνεται η απολίνωση του αποκομμένου τμήματος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.