HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

απολίνωση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
a.poˈli.no.si

Ορισμοί

το δέσιμο ενός μέρους του σώματος, όπως αιμοφόρου αγγείου, φυσικού αγωγού, φλέβας, προκειμένου να σταματήσει η ροή του αίματος.

Ισοδύναμα

9 more languages
DeutschLigatur
Ελληνικάλιγκατούρα
Bahasa Indonesialigasipengikatan
Nederlandstoebinden
Portuguêsligatura
Русскийлигатура
中文合字

Παραδείγματα

“μετά τη χειρουργική επέμβαση γίνεται η απολίνωση του αποκομμένου τμήματος”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη απολίνωση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free