Meaning of αποκόψω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
- θα αποκόψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποκόπτω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.