Meaning of αποκλιμακούμενος | Babel Free
Ορισμοί
- όταν αποκλιμακωθεί, αφού, εφόσον αποκλιμακωθεί σε μια ορισμένη στιγμή στο μέλλον, με προϋπόθεση να αποκλιμακωθεί
- που αποκλιμακώνονται τώρα
- όταν ή επειδή αποκλιμακώθηκε σε κάποια ορισμένη χρονική στιγμή του παρελθόντος
Παραδείγματα
“Θα μπορέσουν να συζητήσουν, αποκλιμακουμένης όμως της έντασης που τώρα καθιστά κάθε συνεννόηση αδύνατη”
“Αποκλιμακούμενα τα επιτόκια, ελευθερώνουν τις δυνάμεις της...”
“Παράλληλα, αποκλιμακούμενα βαίνουν αυτή την ώρα και τα spreads”
“αποκλιμακουμένης της έντασης, οι δύο ηγέτες τελικά συναντήθηκαν”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.