Meaning of αποκλειστικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αποκλείει κάτι άλλο και ανήκει σε έναν μόνο
- dedicated: σύστημα, υπολογιστής κατάλληλα διασκευασμένος που χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό
- βλ. αποκλειστική ζεύξη, αποκλειστική γραμμή
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.