HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποκλειστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αποκλείει κάτι άλλο και ανήκει σε έναν μόνο
  2. dedicated: σύστημα, υπολογιστής κατάλληλα διασκευασμένος που χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό
  3. βλ. αποκλειστική ζεύξη, αποκλειστική γραμμή

Ισοδύναμα

English exclusive sole

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποκλειστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course