HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποκεφαλισθείς | Babel Free

Verb CEFR C2
/a.po.ce.fa.liˈsθis/

Ορισμοί

  1. μετοχή παθητικού αορίστου (αποκεφαλίσθηκα, αποκεφαλίστηκα) του ρήματος αποκεφαλίζω: που έχει αποκεφαλιστεί
    formal
  2. β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (αποκεφαλισθώ) παθητικής φωνής του αποκεφαλίζω

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: αποκεφαλιστείς (λιγότερο λόγιο)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποκεφαλισθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course