Meaning of αποκεφαλισθείς | Babel Free
/a.po.ce.fa.liˈsθis/Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου (αποκεφαλίσθηκα, αποκεφαλίστηκα) του ρήματος αποκεφαλίζω: που έχει αποκεφαλιστεί formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (αποκεφαλισθώ) παθητικής φωνής του αποκεφαλίζω
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: αποκεφαλιστείς (λιγότερο λόγιο)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.