HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποκέντρωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/apoˈcendɾosi/

Ορισμοί

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκεντρώνω (απομακρύνω, αφαιρώ από το κέντρο διάφορες εξουσίες, αρμοδιότητες, δραστηριότητες και τις μεταφέρω στην περιφέρεια)

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“η διοικητική αποκέντρωση θα συμβάλει στη μείωση της γραφειοκρατίας”
“η τόνωση της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής στην επαρχία δημιουργεί την ανάγκη πλατιάς πολιτιστικής αποκέντρωσης”
“διοικητική / οικονομική / πολιτιστική / πληθυσμιακή / βιομηχανική αποκέντρωση”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποκέντρωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course