Meaning of αποικιοκρατία | Babel Free
/a.pi.ci.o.kɾaˈti.a/Ορισμοί
η επιβολή της βούλησης και η κυριαρχία (σε διάφορα επίπεδα: πολιτικό, οικονομικό κ.λπ.) ισχυρότερων χωρών πάνω σε ασθενέστερες
Ισοδύναμα
English
Colonialism
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.