HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποθηλάσει | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
  2. θα αποθηλάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποθηλάζω
  3. να αποθηλάσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποθηλάσει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course