HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποθηκευτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την αποθήκευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει γι’ αυτή
  2. αποθηκευτικά: τα χρήματα που απαιτούνται, προκειμένου να φυλαχθούν κάποια πράγματα σε αποθήκη

Παραδείγματα

“αποθηκευτικός χώρος”

stoarge space

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποθηκευτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course