Meaning of αποθεραπεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
- θα αποθεραπεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποθεραπεύω
- να αποθεραπεύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.