Meaning of αποθαρρύνω | Babel Free
/a.po.θaˈɾi.no/Ορισμοί
- αποθαρρύνω και στην κοινή νεοελληνική
- κάνω, οδηγώ κάποιον στο να χάσει το θάρρος του στο να κάνει κάτι ή να χάσει την αισιοδοξία του για κάτι
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: αποθαρρώ, αποθαρρεύω”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.