Meaning of αποδυναμώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
- θα αποδυναμώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδυναμώνω
- να αποδυναμώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.