Meaning of αποδοκιμαστεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
- θα αποδοκιμαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδοκιμάζομαι
- να αποδοκιμαστεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.