Meaning of αποδεχτεί | Babel Free
/a.po.ðeˈxti/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
- θα αποδεχτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδέχομαι
- να αποδεχτεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.