Meaning of αποδεσμεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
- θα αποδεσμεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδεσμεύω
- να αποδεσμεύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.