Meaning of αποδέχομαι | Babel Free
/a.poˈðe.xo.me/Ορισμοί
- δέχομαι, δεν αρνούμαι κάτι που μου προσφέρεται, που μου προτείνεται
- συμφωνώ με κάτι, το εγκρίνω, το επιδοκιμάζω
Παραδείγματα
“αποδέχθηκε τον διορισμό του στο Υπουργείο”
s/he accepted her/his appointment in the Ministry
“Η Ελένη δέχτηκε μια πρόσκληση για το πάρτι της Παρασκευής και την αποδέχθηκε.”
Helen received an invitation for Friday's party and accepted it.
“Ο κ. Παπαδόπουλος ποτέ δεν αποδέχθηκε τον Γιώργο για γαμπρό του.”
Mr. Papadopoulos has never accepted George as his son-in-law.
“Ο Πρόεδρος δέχθηκε δυο τρεις προτάσεις από μέλη του συμβουλίου, αλλά τελικά αποδέχθηκε την πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου”
Τhe chairman received a couple or so^((two three)) of proposals by members of the Board, but in the end he accepted the CEO's one.
“Δεν αποδέχεται τις κατηγορίες που του προσάπτουν.”
He doesn't accept the accusations imputed to him.
“Η επιτροπή αποδέχθηκε την τροπολογία.”
The committee accepted the amendment.
“Ο πρωθυπουργός δεν αποδέχθηκε την παραίτηση του υπουργού του.”
The prime minister did not accept the resignation of his minister.
“οι κληρονόμοι αποδέχτηκαν επίσημα την κληρονομιά”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.