Meaning of αποβλέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβλέπω
- θα αποβλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποβλέπω
- να αποβλέψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.