Meaning of αποβιώσας | Babel Free
Ορισμοί
μετοχή ενεργητικού αορίστου (απεβίωσα) του ρήματος αποβιώνω: που αποβίωσε
formal
Παραδείγματα
“※ Η Όλγα Καζάσογλου, κόρη του αποβιώσαντος προ ετών γνωστού εφοπλιστή του Λονδίνου, εξαφανίστηκε από την οικία της από προχθές, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. (Γιάννης Μαρής (1959) Επικίνδυνο καλοκαίρι [νουβέλα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.